ταχύς

ταχύς, εῖα, ύ быстрый, скорый (syn. ὠκύς)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ταχύς" в других словарях:

  • ταχύς — swift masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχύς — εία, ύ / ταχύς, εῑα, ύ, ΝΜΑ, συγκριτ. ταχύτερος, η, ο, υπερθ. ταχύτατος, η, ο και τάχιστος, η, ο, Ν, και συγκριτ. ταχύτερος, έρα, ον και ταχίων, τάχιον, και θάσσον, θᾱσσον, και υπερθ. ταχύτατος, άτη, ον και τάχιστος, ίστη, ον, ΜΑ, και αττ. τ.… …   Dictionary of Greek

  • ταχύς — [тахис] επ. быстрый, скорый, спешный, Неотложный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ταχύς, -εία, -ύ — 1. γρήγορος, γοργοκίνητος, βιαστικός: Είναι ταχύς στη δουλειά του. 2. συχνότερος: Ταχύς σφυγμός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ταχέα — ταχύς swift neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ταχέᾱ , ταχύς swift fem nom/voc/acc dual (epic ionic) ταχύς swift fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχυτάτω — ταχύς swift masc/neut nom/voc/acc dual (ionic) ταχύς swift masc/neut gen sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχυτάτων — ταχύς swift fem gen pl (ionic) ταχύς swift masc/neut gen pl (ionic) ταχυτά̱των , ταχυτής quickness fem gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχυτάτως — ταχύς swift adverbial (ionic) ταχύς swift masc acc pl (doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχυτέρων — ταχύς swift fem gen pl (ionic) ταχύς swift masc/neut gen pl (ionic) ταχύτερος swift fem gen pl ταχύτερος swift masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχυτέρως — ταχύς swift adverbial (ionic) ταχύς swift masc acc pl (doric ionic) ταχύτερος swift adverbial ταχύτερος swift masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχύ — ταχύς swift masc voc sg ταχύς swift neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.